Οδηγός: Τα λογιστικά ενός DJ

Θες να ξεκινήσεις να παίζεις μουσική, επαγγελματικά πλέον και αναρωτιέσαι τι χαρτιά χρειάζονται, από ποιούς φορείς κλπ. Παρακάτω θα δούμε έναν οδηγό με τις κινήσεις που πρέπει να κάνουμε ωστέ να αρχίσουμε να εργαζόμαστε νόμιμα σε αυτό που αγαπάμε.

Αποποίηση ευθυνών του Djhellas

Το site παρουσιάζει τον παρακάτω οδηγό, σύμφωνα με αυτά που ισχύουν από την νομοθεσία μέχρι σήμερα (25 Φεβ. 2017) και αδυνατεί να προβλέψει τυχών αλλαγές στο μέλλον. Επίσης το djhellas σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον συμβουλευτικό ρόλο ενός λογιστικού γραφείου, δικηγορικού γραφείου, κρατικού φορέα κλπ. Πριν από οποιαδήποτε ενέργεια θα πρέπει να συμβουλεύεστε και τον κατάλληλο επαγγελματία. Επίσης περιγράφουμε μόνο τις διαδικασίες και όχι συγκεκριμένα ποσά, γιατί υπάρχουν πολλοί παράγοντες που διαμορφώνουν τα ποσά αυτά (προϋπηρεσία, οικογενειακή κατάσταση κλπ.)

Ο οδηγός αυτός περιλαμβάνει 4 βασικές κατηγορίες εργασίας.

Παρακαλούμε επιλέξτε αυτό που σας ενδιαφέρει για να ανοίξει…

α) Τον μισθωτό DJ.

α) Τον μισθωτό DJ.

Δηλαδή αυτόν που θα δουλέψει σε κάποιο μαγαζί, ως απλός εργαζόμενος. Αυτό είναι το ποιο συνηθισμένο είδος εργασίας ως DJ και με τις λιγότερες ενέργειες που πρέπει να γίνουν από την μεριά μας. Ο εργοδότης υποχρεούται να συνάπτει με τον DJ ατομική σύμβαση εργασίας με αναλυτική περιγραφή μισθού, ωραρίου και είδος σύμβασης.  Αμφότεροι θα πρέπει να τηρούν αυτά που ορίζει η σύμβαση, η οποία θα πρέπει να εφαρμόζει αυτά που ορίζει η εργατική νομοθεσία και οι συλλογικές συμβάσεις του κλάδου.

Ο εργοδότης πριν από την έναρξη της εργασίας του DJ θα πρέπει να τον καταχωρίσει στις καταστάσεις του ΙΚΑ και μέσα σε 6 εργάσιμες να αναγγείλει την πρόσληψη στον ΟΑΕΔ και στην επιθεώρηση εργασίας.

*Σε μερικές περιπτώσεις ίσως χρειαστεί και άδεια εργασίας σε μαγαζιά υγειονομικού ενδιαφέροντος. Η άδεια αυτή εκδίδεται από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής, προσκομίζοντας και κάποιες τυπικές εξετάσεις από δημόσιο νοσοκομείο.

β) Τον DJ εκδηλώσεων που πρέπει να κάνει έναρξη επαγγέλματος.

β) Τον DJ εκδηλώσεων που πρέπει να κάνει έναρξη επαγγέλματος.

Αυτό αφορά την κατηγορία του DJ, που από την ανεργία, επιθυμεί να κάνει την δική του έναρξη ως ελεύθερος επαγγελματίας DJ. Αυτό περιλαμβάνει τους DJs που παίζουν κυρίως σε εκδηλώσεις όπως γάμοι, βαπτίσεις, δεξιώσεις, πάρτυ, εγκαίνια κλπ.

1) Πριν ξεκινήσετε την διαδικασία πρέπει να βρείτε τους ΚΑΔ (Κωδικοί Αρίθμησης Δραστηριότητας)  που αντιστοιχούν στην επαγγελματική δραστηριότητα που σας ενδιαφέρει. 

Σημειώνουμε ότι μπορείτε να ορίσετε μια κύρια δραστηριότητα και εάν επιθυμείτε άλλες δευτερεύουσες ( αναζητείστε από τον ιστοτοπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών συστημάτων τους αντιστοίχους ΚΑΔ )

Πχ. disk jockey (D.J.)  ΚΑΔ: 93.29.19.03

2) Για τη διαδικασία έναρξης εμπλέκονται ΟΑΕΕ – Επιμελητήριο – Δ.Ο.Υ

3) Τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έδρα της επιχείρησης :

Α) Για την έναρξη σε δικό μας χώρο (πλήρη κυριότητα ή επικαρπία) χρειαζόμαστε το Ε9 σε 4 αντίγραφα .
Β)Χώρος ή δωμάτιο που ανήκει στην κυριότητα ή επικαρπία των γονέων και σας παραχωρείται δωρεάν χρειάζεται υπεύθυνη δήλωση του γονέα ή και οι δυο αν το έχουν εξ ημισείας του Ν.1599/86 με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από ΚΕΠ ή Αστυνομία αλλά και το Ε9 των γονέων.(4 αντίγραφα).Για την δωρεάν παραχώρηση χρειάζεται και το Ε1 του ιδιοκτήτη. Επίσης πρέπει να υποβάλλουν ηλεκτρονικά μέσω TAXIS δήλωση δωρεάν παραχώρησης.
Γ) Για την έναρξη σε ενοικιαζόμενο χώρο χρειαζόμαστε μισθωτήριο και μια υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη θεωρημένη με το γνήσιο της υπογραφής για την δραστηριότητα του προηγούμενου ενοικιαστή, το ΑΦΜ και ότι το ακίνητο είναι κενό από….

4) Προεγγραφή στον ΟΑΕΕ:

1. Φωτοτυπία της Αστυνομικής Ταυτότητα.
2. Δικαιολογητικά για την έδρα της επιχείρησης (όπως προαναφέραμε).
3. Φωτοτυπία του ΑΜΚΑ.
4. Αν υπήρχε προηγούμενη  ασφάλιση στο ΙΚΑ συνήθως ζητείτε τριμηνιαίος ατομικός λογαριασμός ασφάλισης.
5. Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος (εάν απαιτείται)
6. Λόγω της ένταξης των ασφαλισμένων στον ΕΦΚΑ δεν απαιτείται πλέον  η καταβολή το ποσού των 111,10 ευρώ.

Παίρνουμε βεβαίωση προεγγραφής από τον ΟΑΕΕ για την Εφορία.

5) Προεγγραφή στο Επιμελητήριο:

Πηγαίνουμε στο Επιμελητήριο που ανήκουμε (Εμπορικό, Επαγγελματικό, Οικονομικό κτλ) για προσωρινή εγγραφή. Το μόνο που χρειάζεται είναι η Αστυνομική Ταυτότητα και  φωτοαντίγραφο της και μια αίτηση –δήλωση που συμπληρώνουμε εκεί.

Παίρνουμε βεβαίωση προεγγραφής από το Επιμελητήριο για την Εφορία.

6) Έναρξη στην εφορία:

Πάμε στην αρμόδια ΔΟΥ στο Τμήμα Μητρώου μαζί με όλα τα παραπάνω δικαιολογητικά και συμπληρώνουμε τα έντυπα Μ1 αν έχουμε αλλαγές στα στοιχεία μας και το Μ2 (Μπορείτε να το βρείτε εδώ) όπου συμπληρώνουμε το ΚΑΔ ή τους ΚΑΔ του επαγγέλματος .
Πάμε στον επόπτη έλεγχου και μας ορίζει υπεύθυνο ελεγκτή χώρου για να γίνει αυτοψία στον επαγγελματικό μας χώρο εάν αυτό απαιτείται.

Ο ελεγκτής θα μας δώσει βεβαίωση με την οποία θα πάμε στο Μητρώο με τα εξής δικαιολογητικά:

1. Προεγγραφή στον ΟΑΕΕ

2. Προεγγραφή στο Επιμελητήριο

3. Φωτοτυπία της Αστυνομικής Ταυτότητα.

4. Δικαιολογητικά για την έδρα της επιχείρησης (όπως προαναφέραμε).

5. Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος (εάν απαιτείται)

Παίρνουμε βεβαίωση Έναρξης από την Εφορία.

7) Οριστική Εγγραφή στο Επιμελητήριο:

Η εγγραφή μετά στο Επιμελητήριο γίνεται με ένα απλό φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης Έναρξης από την Εφορία και ένα χρηματικό ποσό για την συνδρομή σας ανάλογα το Επιμελητήριο. (Χρήσιμο θα ήταν να το ρωτήσετε κατά την επίσκεψη σας για την προεγγραφή)


8) Οριστική Εγγραφή στον ΟΑΕΕ:

Η εγγραφή μετά στον ΟΑΕΕ  γίνεται με ένα απλό φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης Έναρξης από την Εφορία και παίρνετε τη βεβαίωση εγγραφής.

9) Ολοκλήρωση έναρξης

Τέλος θα χρειαστείτε σφραγίδα με τα στοιχεία της επιχείρησης (ΑΦΜ, επωνυμία, διεύθυνση, δραστηριότητα, ΔΟΥ, τηλέφωνο)

Επίσης βιβλίο Εσόδων – Εξόδων και απαραίτητο μπλοκ αποδείξεων (Απόδειξης Παροχής υπηρεσιών,  Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών, Απόδειξης Λιανικής,  Δελτίο Αποστολής κλπ).

γ) Τον DJ εκδηλώσεων που όμως είναι ήδη ελ. επαγγελματίας ή επιχειρηματίας

γ) Τον DJ εκδηλώσεων που όμως είναι ήδη ελ. επαγγελματίας ή επιχειρηματίας

Εδώ υπάγεται ένας ελεύθερος επαγγελματίας ή επιχειρηματίας που θέλει παράλληλα με το κύριο επάγγελμά του, να ασχοληθεί και ως DJ. Δηλαδή έστω οτί κάποιος έχει ένα μαγαζί με πώληση ρούχων και θέλει να παίζει μουσική και σε εκδηλώσεις.

Από την στιγμή που έχει κάνει ήδη όλες τις απαραίτητες ενέργειες που περιγράφονται στην β) κατηγορία (Τον DJ εκδηλώσεων που πρέπει να κάνει έναρξη επαγγέλματος.), τότε το μόνο που απομένει είναι να προσθέσει και τα ΚΑΔ με αυτό που τον ενδιαφέρει, ώστε να επεκτείνει την δραστηριότητά του. Π.χ. να προσθέσει το ΚΑΔ: 93.29.19.03 ( disk jockey (D.J.)  )

δ) Τον DJ εκδηλώσεων που εργάζεται όμως ως μισθωτός κάπου αλλού.

δ) Τον DJ εκδηλώσεων που εργάζεται όμως ως μισθωτός κάπου αλλού.

Εδώ είναι η πιο αμφιλεγόμενη, αυτή την περίοδο, κατηγορία. Και αυτό γιατί με την νέα χρονιά έγινε μια μεγάλη ανατροπή σε αυτό που ίσχυε τόσα χρόνια.

Παλαιότερα ο μισθωτός που θα έκανε έναρξη επαγγέλματος αλλά θα ήταν ήδη υπάλληλος κάπου αλλού, θα έκανε ακριβώς την ίδια διαδικασία που περιγράφεται στην β) κατηγορία (Τον DJ εκδηλώσεων που πρέπει να κάνει έναρξη επαγγέλματος.), απλά με την διαφορά οτί αφού του κολλάει ένσημα ο εργοδότης του στο ΙΚΑ, να μπορεί να πάρει απαλλαγή από τον ΟΑΕΕ.

Τώρα όμως με το νέο ταμείο ΕΦΚΑ θα πρέπει να πληρώνει και εισφορές και στην ασφάλεια του ως ελέυθερος επαγγελματίας και ας έχει και ένσημα ως μισθωτός.

Άλλα χρήσιμα άρθρα από το dikaiologitika.gr με αναλυτικά παραδείγματα.

Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την νέα εγκύκλιο για τα μπλοκάκια

Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την νέα εγκύκλιο για τα μπλοκάκια

Το υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προχώρησε στις αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά προβλήματα που αφορούν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων με δελτίο παροχής υπηρεσιών-ΔΠΥ («μπλοκάκι»).

Πριν από λίγο, δημοσιεύθηκε η σχετική εγκύκλιος, η οποία, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, προβλέπει τα εξής: «Σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος-εργοδότης δεν υποβάλλει Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (ΑΠΔ) και ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ενημερωθεί, μέσω υπεύθυνης δήλωσης από τον εργαζόμενο με ΔΠΥ, τότε ο εργαζόμενος καταβάλλει εισφορές μισθωτού, (δηλαδή 6,67% για κύρια ασφάλιση και 2,55% για υγειονομική περίθαλψη, σύνολο 9,22%), μέχρι την επίλυση της διαφοράς από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΦΚΑ. Το διάστημα αυτό, ο εργαζόμενος είναι ασφαλιστικά ενήμερος. Η διάταξη 39 παρ. 9 του ν. 4387/2016 εφαρμόζεται και στην περίπτωση μισθωτού που εκδίδει παράλληλα ΔΠΥ σε -μέχρι δύο αντισυμβαλλόμενους-εργοδότες. Και εδώ, σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος-εργοδότης δεν υποβάλλει ΑΠΔ, ισχύουν, όσα αναφέρονται στο σημείο 1 και ο εργαζόμενος καταβάλλει τις εισφορές που αντιστοιχούν σε μισθωτό».

Ειδικότερα, η εγκύκλιος ορίζει τα ακόλουθα:

Πρόσωπα που εντάσσονται στη ρύθμιση

Για τα πρόσωπα που έχουν ιδιότητα ή ασκούν δραστηριότητα, βάσει της οποίας θα υπάγονταν, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ ή/και του ΕΤΑΑ, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις αυτών, όπως ίσχυαν, πριν την ένταξή τους στον ΕΦΚΑ, το συνολικό ποσό εισφοράς κύριας σύνταξης, ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και ο υπόχρεος καταβολής της εισφοράς, προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 38 του συγκεκριμένου νόμου, εφόσον το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά).

Ποσοστά εισφορών

Ειδικότερα, εφόσον το εισόδημα προέρχεται από την άσκηση διαρκούς -και όχι ευκαιριακής- επαγγελματικής δραστηριότητας και μόνο από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά), προκύπτει ουσιαστικά αποκλειστικότητα ως προς το/τα πρόσωπο/α που αποδέχεται/ονται τις σχετικές υπηρεσίες. Επομένως, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου. Αντίστοιχα, κατανέμονται οι εισφορές υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ, σε όσες κατηγορίες ασφαλισμένων υφίσταται υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των κλάδων αυτών, (δηλαδή επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ), λόγω της ιδιότητάς τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία και, σε κάθε περίπτωση, οι εισπραττόμενες εισφορές καταβάλλονται στους αρμόδιους κατά περίπτωση φορείς στους οποίους και έχει υπαχθεί ο ασφαλισμένος.

Ανώτατη-κατώτατη βάση υπολογισμού εισφορών

Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τις περιπτώσεις που υπάγονται στην οικεία ρύθμιση ελέγχεται σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ των μερών. Συγκεκριμένα, για όσους έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 39 με ετήσια διάρκεια σύμβασης, κατά τα ως άνω, ισχύει το ετήσιο ανώτατο όριο των 70.320 ευρώ, συνεπώς οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στο συνολικό ποσό του ΔΠΥ, ακόμα και αν αυτό υπερβαίνει ανά μήνα το ποσό των 5.860,8 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται υπέρβαση του ανώτατου ετήσιου ορίου. Σε περιπτώσεις συμβάσεων με διάρκεια μικρότερη του έτους, καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στην κατανομή της συμφωνημένης αμοιβής ανά μήνα ενώ και το ανώτατο όριο λαμβάνεται υπόψη σε μηνιαία βάση (5.860,80 ευρώ). Στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό του/των ΔΠΥ που εκδίδεται/ονται, μηνιαίως, από ασφαλισμένο που υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 39, υπολείπεται της ελάχιστης βάσης υπολογισμού εισφορών, ο εν λόγω ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλει τις εισφορές που υπολείπονται του ελάχιστου ποσού κατά το χρόνο της ετήσιας εκκαθάρισης της ασφαλιστικής υποχρέωσης, οπότε και θα οριστικοποιούνται οι αναλογούσες σε αυτόν ασφαλιστικές εισφορές.

Υποβολή ΑΠΔ

Προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η εμπρόθεσμη καταβολή των εισφορών, όσο και η ενημέρωση των υπόχρεων καταβολής, ο ασφαλισμένος που αιτείται την υπαγωγή του στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, οφείλει να αναγράφει στο ΔΠΥ που εκδίδει στον αντισυμβαλλόμενό του ότι υπάγεται στην εν λόγω ρύθμιση. Αντίστοιχα και, μέχρι το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα, ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να υποβάλει για τον ασφαλισμένο που υπάγεται στην ανωτέρω ρύθμιση ΑΠΔ, προβαίνοντας σε κατανομή της συμφωνηθείσας αμοιβής ανά μήνα, με βάση τη διάρκεια της σύμβασης. Με την υποβολή της ΑΠΔ αυτής, ενεργοποιείται αυτομάτως η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τα παραπάνω.

Στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλλει ΑΠΔ, προκειμένου ο παρέχων σε αυτόν υπηρεσίες ασφαλισμένος να υπαχθεί στην οικεία ρύθμιση, ο εν λόγω ασφαλισμένος οφείλει να υποβάλει στον ΕΦΚΑ υπεύθυνη δήλωση περί πλήρωσης των νόμιμων προϋποθέσεων, όπως αυτές περιγράφονται ως άνω, δηλώνοντας, ταυτόχρονα, το ΑΦΜ του/των αντισυμβαλλομένου/ων του και προσκομίζοντας τυχόν άλλα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσής του. Στη συνέχεια, ενημερώνεται/ονται ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι αυτού περί της υποχρέωσης υποβολής ΑΠΔ και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της δήλωσης και εντεύθεν. Εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο της δήλωσης του ασφαλισμένου, υποβάλλει αντιρρήσεις ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του ΕΦΚΑ, ενώ, μέχρι την επίλυση της σχετικής διαφοράς από τα όργανα αυτά, ο ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλει τις εισφορές που αντιστοιχούν στο ποσοστό του εργαζόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 38, ήτοι ποσοστό 6,67% για τον κλάδο κύριας σύνταξης και ποσοστό 2,55% για την υγειονομική περίθαλψη.

Εκκαθάριση και συμψηφισμός εισφορών

Οι ασφαλισμένοι οι οποίοι αρχικά υπήχθησαν στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39, πληρούντες τις νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά, στη συνέχεια, τις απώλεσαν (επειδή, για παράδειγμα, παρείχαν υπηρεσίες σε περισσότερους αντισυμβαλλομένους είτε επειδή δεν είχαν κανέναν αντισυμβαλλόμενο), για το διάστημα που ακολουθεί την έκπτωση από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω παραγράφου, καταβάλλουν εισφορές ως μη μισθωτοί. Έτσι, εάν στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους παρασχεθεί υπηρεσία και σε τρίτο αντισυμβαλλόμενο, ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει τούτο στον ΕΦΚΑ, με σχετική αίτηση-δήλωση, ώστε να επέλθει η σχετική μεταβολή στο μητρώο και να ενημερωθεί/ούν ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι, προκειμένου να απαλλαγεί/ούν από την ανωτέρω υποχρέωση. Όπως και για κάθε άλλη κατηγορία ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, στο τέλος εκάστου έτους, θα πραγματοποιείται εκκαθάριση και συμψηφισμός μεταξύ των καταβληθεισών κατά τους ανωτέρω μήνες εισφορών και των οφειλόμενων εισφορών, με βάση το πραγματικό εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, (όπως αυτό προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος).

Τελικές διευκρινίσεις επί προσώπων που υπάγονται ή μη στη ρύθμιση και επί της έννοιας του αντισυμβαλλόμενου

Επισημαίνεται ότι για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, εφαρμόζεται η περ. στ’ της παρ. 3 του άρθρου 38 (εγκύκλιος υπουργείου, ΑΔΑ:7Χ78465Θ1Ω-1Λ3) . Στην κοινοποιούμενη διάταξη δεν υπάγονται οι εταίροι και συνεργάτες δικηγορικών εταιρειών, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτοί). Επίσης, η κοινοποιούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ασφαλισμένων που προσφέρουν υπηρεσίες υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας και οι οποίοι υπάγονται ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 38 ως μισθωτοί. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και οι ασφαλισμένοι που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες σε έναν εργοδότη, λαμβάνοντας μέρος των αποδοχών τους ως μισθωτοί και μέρος αυτών, μέσω ΔΠΥ, οπότε για το σύνολο των αποδοχών θα καταβάλλονται εισφορές με βάση το άρθρο 38. Στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που απασχολούνται σε έναν εργοδότη ως μισθωτοί και προσφέρουν υπηρεσίες σε άλλο/άλλους και μέχρι δύο αντισυμβαλλόμενους, μέσω ΔΠΥ, εφαρμόζονται για τις παρεχόμενες με ΔΠΥ υπηρεσίες οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39.

Τέλος, ως αντισυμβαλλόμενος, υπό την έννοια του παρόντος, λογίζονται και ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή άσκησης αυτής. Η κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται στον κοινό οικονομικό σκοπό που επιδιώκεται από τον αντισυμβαλλόμενο, μέσω των κάθε είδους νομικής μορφής δραστηριοτήτων και συνιστά απόρροια των κατά περίπτωση πραγματικών στοιχείων. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι τέτοια τεκμήρια προκύπτουν, όταν διαφορετικές επιχειρήσεις ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, λειτουργούν στον ίδιο χώρο, με τον ίδιο μηχανολογικό εξοπλισμό, απασχολούν από κοινού το ίδιο προσωπικό είτε τα στοιχεία αυτά συντρέχουν σωρευτικά είτε όχι.

Παραδείγματα

Α. Μηχανικός παρέχει υπηρεσίες σε μία τεχνική εταιρεία και σε μία τράπεζα για διάστημα 10 μηνών. Γι’ αυτές τις δύο δραστηριότητες εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών, 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ, αντιστοίχως. Από τη διάρκεια και τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ευκαιριακής μορφής, αλλά, αντιθέτως, απαιτούν διαρκή απασχόληση. Ως εκ τούτου, ο ως άνω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Συνεπώς, για κάθε μία από τις ως άνω δραστηριότητες υπολογίζονται εισφορές, ως εξής: Για την πρώτη, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση. Επομένως, σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 2.000 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές, ύψους 20%, για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου (τεχνικής εταιρείας). Για τη δεύτερη, το αντίστοιχο ποσό της μηνιαίας αμοιβής ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, στο οποίο και θα υπολογιστούν εισφορές κατά όμοιο τρόπο. Είναι ευνόητο ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, επιμερίζονται οι εισφορές για τον κλάδο περίθαλψης, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής.

Β. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση ετήσιας διάρκειας και αμοιβή, ύψους 80.000 ευρώ, για την οποία εκδίδει τρία ΔΠΥ. Η εν λόγω κλινική αποτελεί το μόνο αντισυμβαλλόμενο του συγκεκριμένου ασφαλισμένου-ιατρού. Επομένως, αυτός υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Ανεξαρτήτως του αριθμού των ΔΠΥ στις οποίες επιμερίζεται η συμφωνηθείσα αμοιβή, καταβάλλονται εισφορές με βάση το ανώτατο ετήσιο όριο των 70.320 ευρώ, με δεδομένο ότι η οικεία σύμβαση είναι ετήσιας διάρκειας. Αν η ως άνω σύμβαση ήταν διάρκειας 10 μηνών, τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή θα αντιστοιχούσε σε 8.000 ευρώ/μήνα. Συνεπώς οι εισφορές θα υπολογίζονται επί της ανώτατης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των 5.860,8 ευρώ. Στην τελευταία περίπτωση και με δεδομένο ότι δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, ο εν λόγω ασφαλισμένος θα καταβάλει κανονικά εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός) για τους υπόλοιπους δύο μήνες του έτους.

Γ. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση διάρκειας 10 μηνών για την οποία εκδίδει ΔΠΥ αξίας 5.000 ευρώ. Με δεδομένο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση. Επομένως, σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή, ύψους 500 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές αντιστοίχως κατανεμημένες σε βάρος του ασφαλισμένου και σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου κατά τα ως άνω αναφερθέντα. Επιπροσθέτως, για το ποσό που υπολείπεται της ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των αυτοαπασχολουμένων (586,08- 500=86,08 ευρώ), ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).

Δ. Λογιστής εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρεία και παρέχει παράλληλα διαρκείς υπηρεσίες σε άλλη εταιρεία αμειβόμενος με ΔΠΥ. Ο εν λόγω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Επομένως, για τις αποδοχές του από τη μισθωτή εργασία υπολογίζονται εισφορές με βάση το άρθρο 38, για το δε εισόδημά του από τη διαρκή παροχή υπηρεσιών σε άλλη εταιρεία-αμειβόμενη με ΔΠΥ, καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 παρ. 9. ε. Ο ίδιος ως άνω ασφαλισμένος που εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρεία, λαμβάνει και επιπλέον αποδοχές από την ίδια εταιρεία με ΔΠΥ. Στην περίπτωση αυτή, για το σύνολο του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 38. Συνεπώς, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές μισθωτού και, επομένως, η εταιρεία καταβάλει τις εισφορές εργοδότη που αντιστοιχούν στο σύνολο του εισοδήματος (αποδοχές από μισθωτή εργασία και εισόδημα από ΔΠΥ)

Πηγή: dikaiologitika.gr

Υπό προϋποθέσεις στο 9,22% η εισφορά για όσους αμείβονται με μπλοκάκι

Υπό προϋποθέσεις στο 9,22% η εισφορά για όσους αμείβονται με μπλοκάκι

Τι προβλέπει η επικαιροποιημένη εγκύκλιος του υπ. Εργασίας για τα μπλοκάκια – Πόσο διαρκεί η «έκπτωση» και πώς λύνεται η διαφορά εργαζομένου-εργοδότη.

Με 9,22% επί του καθαρού φορολογητέου εισοδήματός τους (6,67% για κλάδο σύνταξης και 2,55% για υγειονομική περίθαλψη) θα υπολογίζονται οι εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων στο εξής.

Η «έκπτωση» που παρέχει το υπουργείο Εργασίας, συμπεριλήφθηκε σε σχετική εγκύκλιο που επανεκδόθηκε (σήμερα το απόγευμα) για το ζήτημα του τρόπου καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ (ελ. επαγγελματίες) και του ΕΤΑΑ (αυτοαπασχολούμενοι).

Η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι αφορά όσους αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά). Σε κάθε περίπτωση, η εγκύκλιος έρχεται να υποκαταστήσει σχετική διάταξη νόμου, εξαιτίας των αντιδράσεων που προκλήθηκαν λόγω των πολύ αυξημένων ασφαλιστικών εισφορών που επρόκειτο να καταβάλλουν δεκάδες χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι.

Επίσης, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας η διάταξη αυτή θα ισχύει για όσο χρονικό διάστημα δεν θα υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου για τη μορφή της απασχόλησης, από την οποία προκύπτει και το ύψος των εισφορών που θα καταβάλλεται.

Υπενθυμίζεται ότι για να καρπωθεί ένας ασφαλισμένος τη μειωμένη ασφαλιστική εισφορά θα πρέπει να καταγγείλει ο ίδιος στον ΕΦΚΑ τον εργοδότη του, εάν ο τελευταίος δεν δηλώσει τον απασχολούμενο στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (ΑΠΔ) ως μισθωτό, όπως οφείλει.

Στην εγκύκλιο, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

Ποιοι εντάσσονται στη ρύθμιση

Σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 39 του ν.4387/2016, για τα πρόσωπα που έχουν ιδιότητα ή ασκούν δραστηριότητα βάσει της οποίας θα υπάγονταν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ ή/και του ΕΤΑΑ, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις αυτών, όπως ίσχυαν πριν την ένταξή τους στον ΕΦΚΑ, το συνολικό ποσό εισφοράς κύριας σύνταξης, ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και ο υπόχρεος καταβολής της εισφοράς προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 38 του συγκεκριμένου νόμου, εφόσον το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά).

Ποσοστά εισφορών

Ειδικότερα, εφόσον το εισόδημα προέρχεται από την άσκηση διαρκούς -και όχι ευκαιριακής- επαγγελματικής δραστηριότητας, και μόνο από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά), προκύπτει ουσιαστικά αποκλειστικότητα ως προς το/τα πρόσωπο/α που αποδέχεται/ονται τις σχετικές υπηρεσίες Επομένως, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου. Αντίστοιχα κατανέμονται οι εισφορές υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ, σε όσες κατηγορίες ασφαλισμένων υφίσταται υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των κλάδων αυτών (δηλαδή επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ) λόγω της ιδιότητάς τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία και σε κάθε περίπτωση οι εισπραττόμενες εισφορές καταβάλλονται στους αρμόδιους κατά περίπτωση φορείς στους οποίους και έχει υπαχθεί ο ασφαλισμένος.

Ανώτατη-κατώτατη βάση υπολογισμού εισφορών

Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τις περιπτώσεις που υπάγονται στην οικεία ρύθμιση ελέγχεται σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ των μερών. Πιο συγκεκριμένα, για όσους έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 39 με ετήσια διάρκεια σύμβασης, κατά τα ως άνω, ισχύει το ετήσιο ανώτατο όριο των 70.320 ευρώ, συνεπώς οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στο συνολικό ποσό του δελτίου παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ), ακόμα και αν αυτό υπερβαίνει ανά μήνα το ποσό των 5.860,8 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται υπέρβαση του ανωτάτου ετησίου ορίου.

Σε περιπτώσεις συμβάσεων με διάρκεια μικρότερη του έτους, καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στην κατανομή της συμφωνημένης αμοιβής ανά μήνα ενώ και το ανώτατο όριο λαμβάνεται υπόψη σε μηνιαία βάση (5.860,80 ευρώ). Στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό του/των ΔΠΥ που εκδίδεται/ονται μηνιαίως από ασφαλισμένο που υπάγεται στη ρύθμιση της παρ.9 του άρθρου 39, υπολείπεται της ελάχιστης βάσης υπολογισμού εισφορών, ο εν λόγω ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές που υπολείπονται του ελάχιστου ποσού κατά το χρόνο της ετήσιας εκκαθάρισης της ασφαλιστικής υποχρέωσης, οπότε και θα οριστικοποιούνται οι αναλογούσες σε αυτόν ασφαλιστικές εισφορές.

Υποβολή Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (ΑΠΔ)

Προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η εμπρόθεσμη καταβολή των εισφορών, όσο και η ενημέρωση των υπόχρεων καταβολής, ο ασφαλισμένος που αιτείται την υπαγωγή του στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39 οφείλει να αναγράφει στο ΔΠΥ που εκδίδει στον αντισυμβαλλόμενό του, ότι υπάγεται στην εν λόγω ρύθμιση. Αντίστοιχα, και μέχρι το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα, ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να υποβάλει για τον ασφαλισμένο που υπάγεται στην ανωτέρω ρύθμιση ΑΠΔ, προβαίνοντας σε κατανομή της συμφωνηθείσας αμοιβής ανά μήνα, με βάση τη διάρκεια της σύμβασης. Με την υποβολή της ΑΠΔ αυτής ενεργοποιείται αυτομάτως η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών σύμφωνα με τα παραπάνω.

Στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλει ΑΠΔ, προκειμένου ο παρέχων σε αυτόν υπηρεσίες ασφαλισμένος να υπαχθεί στην οικεία ρύθμιση, ο εν λόγω ασφαλισμένος οφείλει να υποβάλει στον ΕΦΚΑ υπεύθυνη δήλωση περί πλήρωσης των νόμιμων προϋποθέσεων, όπως αυτές περιγράφονται ως άνω, δηλώνοντας ταυτόχρονα το ΑΦΜ του/των αντισυμβαλλομένου/ων του και προσκομίζοντας τυχόν άλλα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσής του. Στη συνέχεια, ενημερώνεται/ονται ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι αυτού περί της υποχρέωσης υποβολής ΑΠΔ και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της δήλωσης και εντεύθεν. Εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο της δήλωσης του ασφαλισμένου, υποβάλλει αντιρρήσεις ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του ΕΦΚΑ, ενώ μέχρι την επίλυση της σχετικής διαφοράς από τα όργανα αυτά, ο ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές που αντιστοιχούν στο ποσοστό του εργαζόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 38, ήτοι ποσοστό 6,67% για τον Κλάδο Κύριας Σύνταξης και ποσοστό 2,55% για την υγειονομική περίθαλψη.

Εκκαθάριση και συμψηφισμός εισφορών

Οι ασφαλισμένοι οι οποίοι αρχικά υπήχθησαν στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39, πληρούντες τις νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά στη συνέχεια τις απώλεσαν (επειδή, για παράδειγμα, παρείχαν υπηρεσίες σε περισσότερους αντισυμβαλλομένους είτε επειδή δεν είχαν κανέναν αντισυμβαλλόμενο), για το διάστημα που ακολουθεί την έκπτωση από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω παραγράφου, καταβάλλουν εισφορές ως μη μισθωτοί. Έτσι, εάν στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους παρασχεθεί υπηρεσία και σε τρίτο αντισυμβαλλόμενο, ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει τούτο στον ΕΦΚΑ, με σχετική αίτηση-δήλωση, ώστε να επέλθει η σχετική μεταβολή στο μητρώο και να ενημερωθεί/ούν ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι προκειμένου να απαλλαγεί/ούν από την ανωτέρω υποχρέωση. Όπως και για κάθε άλλη κατηγορία ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, στο τέλος εκάστου έτους θα πραγματοποιείται εκκαθάριση και συμψηφισμός μεταξύ των καταβληθεισών κατά τους ανωτέρω μήνες εισφορών και των οφειλόμενων εισφορών, με βάση το πραγματικό εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας (όπως αυτό προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος).

Τελικές διευκρινίσεις επί προσώπων που υπάγονται ή μη στη ρύθμιση και επί της έννοιας του αντισυμβαλλόμενου

Επισημαίνεται ότι για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, εφαρμόζεται η περ. στ’ της παρ. 3 του άρθρου 38 (εγκύκλιος Υπουργείου, ΑΔΑ:7Χ78465Θ1Ω-1Λ3) . Στην κοινοποιούμενη διάταξη δεν υπάγονται οι εταίροι και συνεργάτες δικηγορικών εταιριών, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτοί).

Επίσης, η κοινοποιούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ασφαλισμένων που προσφέρουν υπηρεσίες υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, και οι οποίοι υπάγονται ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 38 ως μισθωτοί. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και οι ασφαλισμένοι που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες σε έναν εργοδότη, λαμβάνοντας μέρος των αποδοχών τους ως μισθωτοί και μέρος αυτών μέσω ΔΠΥ, οπότε για το σύνολο των αποδοχών θα καταβάλλονται εισφορές με βάση το άρθρο 38.

Στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που απασχολούνται σε έναν εργοδότη ως μισθωτοί και προσφέρουν υπηρεσίες σε άλλο/άλλους και μέχρι 2 αντισυμβαλλόμενους μέσω ΔΠΥ, εφαρμόζονται για τις παρεχόμενες με ΔΠΥ υπηρεσίες οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39.

Τέλος, ως αντισυμβαλλόμενος υπό την έννοια του παρόντος, λογίζονται και ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή άσκησης αυτής. Η κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται στον κοινό οικονομικό σκοπό που επιδιώκεται από τον αντισυμβαλλόμενο μέσω των κάθε είδους νομικής μορφής δραστηριοτήτων και συνιστά απόρροια των κατά περίπτωση πραγματικών στοιχείων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τέτοια τεκμήρια προκύπτουν όταν διαφορετικές επιχειρήσεις ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, λειτουργούν στον ίδιο χώρο, με τον ίδιομηχανολογικό εξοπλισμό, απασχολούν από κοινού το ίδιο προσωπικό, είτε τα στοιχεία αυτά συντρέχουν σωρευτικά είτε όχι.

Παραδείγματα

Α. Μηχανικός παρέχει υπηρεσίες σε μία τεχνική εταιρία και σε μία τράπεζα για διάστημα 10 μηνών. Για αυτές τις δύο δραστηριότητες εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών, 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ αντιστοίχως. Από τη διάρκεια και τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ευκαιριακής μορφής, αλλά αντιθέτως απαιτούν διαρκή απασχόληση. Ως εκ τούτου, ο ως άνω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Συνεπώς, για κάθε μία από τις ως άνω δραστηριότητες υπολογίζονται εισφορές ως εξής: Για την πρώτη, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 2.000 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου (τεχνικής εταιρίας). Για τη δεύτερη, το αντίστοιχο ποσό της μηνιαίας αμοιβής ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, στο οποίο και θα υπολογιστούν εισφορές κατά όμοιο τρόπο. Είναι ευνόητο ότι κατά τον ίδιο τρόπο επιμερίζονται οι εισφορές για τον κλάδο περίθαλψης, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής.

Β. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση ετήσιας διάρκειας, και αμοιβή ύψους 80.000 ευρώ, για την οποία εκδίδει τρία ΔΠΥ. Η εν λόγω κλινική αποτελεί τον μόνο αντισυμβαλλόμενο του συγκεκριμένου ασφαλισμένου-ιατρού, επομένως αυτός υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Ανεξαρτήτως του αριθμού των ΔΠΥ στις οποίες επιμερίζεται η συμφωνηθείσα αμοιβή, καταβάλλονται εισφορές με βάση το ανώτατο ετήσιο όριο των 70.320 ευρώ, με δεδομένο ότι η οικεία σύμβαση είναι ετήσιας διάρκειας. Αν η ως άνω σύμβαση ήταν διάρκειας 10 μηνών, τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή θα αντιστοιχούσε σε 8.000 ευρώ/μήνα, συνεπώς οι εισφορές θα υπολογίζονται επί της ανώτατης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των 5.860,8 ευρώ. Στην τελευταία περίπτωση, και με δεδομένο ότι δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, ο εν λόγω ασφαλισμένος θα καταβάλει κανονικά εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός) για τους υπόλοιπους δύο μήνες του έτους.

Γ. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση διάρκειας 10 μηνών για την οποία εκδίδει ΔΠΥ αξίας 5.000 ευρώ. Με δεδομένο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 500 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές αντιστοίχως κατανεμημένες σε βάρος του ασφαλισμένου και σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου κατά τα ως άνω αναφερθέντα. Επιπροσθέτως, για το ποσό που υπολείπεται τηςελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των αυτοαπασχολουμένων (586,08-500=86,08 ευρώ), ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).

Δ. Λογιστής εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία και παρέχει παράλληλα διαρκείς υπηρεσίες σε άλλη εταιρία αμειβόμενος με ΔΠΥ. Ο εν λόγω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Επομένως, για τις αποδοχές του από τη μισθωτή εργασία υπολογίζονται εισφορές με βάση το άρθρο 38, για το δε εισόδημά του από την διαρκή παροχή υπηρεσιών σε άλλη εταιρία-αμειβόμενη με ΔΠΥ, καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 παρ. 9.

E. Ο ίδιος ως άνω ασφαλισμένος που εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία, λαμβάνει και επιπλέον αποδοχές από την ίδια εταιρία με ΔΠΥ. Στην περίπτωση αυτή για το σύνολο του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 38. Συνεπώς, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές μισθωτού και, επομένως, η εταιρία καταβάλει τις εισφορές εργοδότη που αντιστοιχούν στο σύνολο του εισοδήματος (αποδοχές από μισθωτή εργασία και εισόδημα από ΔΠΥ).

Του Βασίλη Αγγελόπουλου | dikaiologitika.gr

Ευχαριστούμε πολύ το loutrakiblog.gr για τις οδηγίες στην έναρξη επαγγέλματος

και το dikaiologitika.gr για την τεράστια βοήθεια του!

Για περισσότερες πληροφορίες

Σχολιάστε εδώ...